coins · Orbis Magazine · Ελληνικά
Αρχαία νομίσματα χάλκινα: Οδηγός, τύποι και ταυτοποίηση
Τα αρχαία χάλκινα νομίσματα αποτέλεσαν τη ραχοκοκαλιά των καθημερινών συναλλαγών στον αρχαίο ελληνικό και ρωμαϊκό κόσμο. Ο παρών οδηγός αναλύει τις βασικές υποδιαιρέσεις όπως ο χαλκούς, τις εκδόσεις των επαρχιακών πόλεων και τις μεθόδους ορθής ταυτοποίησης και συντήρησης.
5 October 202611 λεπτά ανάγνωσηςΑρχαία χάλκινα νομίσματα: “αρχαια νομισματα χαλκινα”

Κύρια Σημεία
- Ο χαλκούς αποτέλεσε βασική χάλκινη νομισματική μονάδα στην αρχαία Αθήνα, ισοδύναμη με το 1/8 του αργυρού οβολού [9].
- Κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, οι ελληνικές πόλεις συνέχισαν να κόβουν αυτόνομα τοπικά χάλκινα νομίσματα (ρωμαϊκά επαρχιακά) [10].
- Στην Ύστερη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, οι χάλκινες εκδόσεις κατηγοριοποιούνται από τους νομισματολόγους βάσει μεγέθους με τις συμβατικές ενδείξεις AE1 έως AE4 (see: (kleine) AE2 uit het Romeinse Keizerrijk van Constans I, 337-350).
- Η αυθεντική πατίνα προστατεύει τον αρχαίο μπρούντζο και δεν πρέπει ποτέ να αφαιρείται με χημικά καθαριστικά.
- Η ταυτοποίηση απαιτεί αναδίφηση σε εξειδικευμένα σώματα (corpora) όπως το Corpus Nummorum και το Roman Provincial Coinage [S1, S2, S3].
Τι είναι τα αρχαία χάλκινα νομίσματα και ποιος ήταν ο ρόλος τους;
Τα αρχαία χάλκινα νομίσματα αποτέλεσαν το κατεξοχήν χρηματικό μέσο για τις καθημερινές, μικρής κλίμακας συναλλαγές στον αρχαίο κόσμο. Ενώ ο χρυσός και ο άργυρος εξυπηρετούσαν το υπερπόντιο εμπόριο, τη στρατιωτική μισθοδοσία και τα κρατικά αποθεματικά, ο χαλκός και τα κράματά του (μπρούντζος και ορείχαλκος) κάλυπταν τις άμεσες ανάγκες της αγοράς, όπως η αγορά τροφίμων και βασικών αγαθών. Χωρίς τα χάλκινα κέρματα, η οικονομία των αρχαίων πόλεων θα παρέμενε δέσμια του αντιπραγματισμού για τις μικρές καθημερινές πράξεις [S7, S9].
Η ιστορία του ελληνικού νομίσματος διαιρείται συμβατικά σε τέσσερις περιόδους: την Αρχαϊκή (από την εισαγωγή της νομισματοκοπίας τον 7ο αιώνα π.Χ. έως τους Περσικούς Πολέμους περί το 480 π.Χ.), την Κλασική (έως τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου περί το 330 π.Χ.), την Ελληνιστική (έως τη ρωμαϊκή κατάκτηση τον 1ο αιώνα π.Χ.) και τη Ρωμαϊκή περίοδο [10]. Ενώ τα πρώτα νομίσματα στην περιοχή της Λυδίας (περί το 650–620 π.Χ. επί βασιλέως Αλυάττη Β΄) κατασκευάζονταν από ήλεκτρο [7], η εισαγωγή χάλκινων νομισμάτων γενικεύτηκε σταδιακά από τον 5ο και 4ο αιώνα π.Χ., επιτρέποντας στους πολίτες να πραγματοποιούν ακριβείς υποδιαιρέσεις των αργυρών νομισμάτων [S9, S10].
Μεταλλικά μη ελληνικά αντικείμενα με μορφή κατοικίδιων ζώων από μπρούντζο συναντώνται στη Μεσόγειο ήδη από το 2000 π.Χ. και χρησίμευαν ως προδρομικά μέσα ανταλλαγής λόγω του σταθερού τους βάρους [7]. Παρόμοια, σε άλλους αρχαίους πολιτισμούς, όπως στην Ινδία, η νομισματοκοπία ξεκίνησε μεταξύ της 1ης χιλιετίας π.Χ. και του 6ου αιώνα π.Χ. με χάλκινα και αργυρά νομίσματα (όπως τα Karshapanas ή Pana) [11]. Στον ελληνορωμαϊκό κόσμο, η καθιέρωση του χαλκού δημιούργησε ένα σταθερό σύστημα κερμάτων καθημερινής χρήσης που επιβίωσε επί πολλούς αιώνες [S8, S10].
Ποιες ήταν οι ονομαστικές αξίες των αρχαίων ελληνικών χάλκινων νομισμάτων;
Στην κλασική Αθήνα και στον ευρύτερο ελληνικό χώρο, η βασική ονομαστική αξία του χάλκινου νομίσματος ήταν ο «Χαλκούς» [9]. Ο χαλκούς ήταν υποπολλαπλάσιο του αργυρού οβολού, ο οποίος με τη σειρά του αποτελούσε το ένα έκτο της δραχμής [S9, S10]. Συγκεκριμένα, ένας οβολός ισοδυναμούσε με 8 χαλκούς, γεγονός που επέτρεπε τη διαβάθμιση των τιμών σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα για τα ευτελή αγαθά [9].
Το νομισματικό σύστημα περιελάμβανε τόσο πολλαπλάσια όσο και μικρότερα υποπολλαπλάσια του χαλκού. Τα πολλαπλάσια νομίσματα του χαλκού ήταν το δίχαλκο (αξίας 2 χαλκών), το τετράχαλκο (αξίας 4 χαλκών, που ισοδυναμούσε με μισό οβολό) και το πεντάχαλκο (αξίας 5 χαλκών) [9]. Για ακόμη μικρότερες συναλλαγές, υπήρχαν υποδιαιρέσεις του ίδιου του χαλκού, όπως ο κόλλυβος και το λεπτόν [9]. Το λεπτόν έφτασε να γίνει συνώνυμο του μικρότερου δυνατού κέρματος σε όλη την ανατολική Μεσόγειο.
Τα χάλκινα νομίσματα λειτουργούσαν συμπληρωματικά προς τα μεγάλα σταθμητικά συστήματα του αργύρου. Τα κυριότερα από αυτά ήταν το αττικό σύστημα (με βάση την αθηναϊκή δραχμή των 4,3 γραμμαρίων), το κορινθιακό σύστημα (με στατήρα 8,6 γραμμαρίων υποδιαιρούμενο σε τρεις δραχμές των 2,9 γραμμαρίων) και το αιγινητικό σύστημα (με στατήρα ή δίδραχμο 12,2 γραμμαρίων και δραχμή 6,1 γραμμαρίων) [10]. Στην καθημερινή αγορά, η αξία του χαλκού καθοριζόταν συχνά ως νομισματική σύμβαση (fiat/token money), καθώς η μεταλλική του αξία υπολειπόταν της ονομαστικής σε σύγκριση με τα νομίσματα πολυτίμων μετάλλων.
| Ονομασία Νομίσματος | Μέταλλο | Ισοδυναμία σε Χαλκούς | Σχέση με τον Οβολό |
|---|---|---|---|
| Οβολός | Άργυρος | 8 χαλκοί | 1 οβολός (βάση υποδιαίρεσης) |
| Πεντάχαλκο | Χαλκός / Μπρούντζος | 5 χαλκοί | 5/8 οβολού |
| Τετράχαλκο | Χαλκός / Μπρούντζος | 4 χαλκοί | 1/2 οβολού (ημιωβόλιο) |
| Δίχαλκο | Χαλκός / Μπρούντζος | 2 χαλκοί | 1/4 οβολού |
| Χαλκούς | Χαλκός / Μπρούντζος | 1 χαλκούς | 1/8 οβολού |
| Κόλλυβος | Χαλκός / Μπρούντζος | Υποδιαίρεση χαλκού | Κλάσμα χαλκού |
| Λεπτόν | Χαλκός / Μπρούντζος | Ελάχιστη υποδιαίρεση | Μικρότερο κλάσμα χαλκού |
Live counts from the Orbis catalogue search at the time of writing.
Πώς εξελίχθηκε η χάλκινη νομισματοκοπία στις ρωμαϊκές επαρχίες;
Μετά την απορρόφηση του ελληνικού κόσμου από τη ρωμαϊκή κυριαρχία κατά τον 1ο αιώνα π.Χ., η παραγωγή τοπικών νομισμάτων δεν διακόπηκε [10]. Οι ελληνικές πόλεις στην κυρίως Ελλάδα, τη Θράκη και τη Μικρά Ασία διατήρησαν το προνόμιο να εκδίδουν δικά τους χάλκινα νομίσματα για την κάλυψη των τοπικών συναλλαγών [10]. Οι εκδόσεις αυτές είναι διεθνώς γνωστές ως ρωμαϊκά επαρχιακά νομίσματα (Roman provincial coinage) ή «ελληνικά αυτοκρατορικά» (Greek imperial coins) [10].
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πόλη των Αβδήρων στη Θράκη. Ενώ κατά την κλασική περίοδο τα Άβδηρα έκοβαν περίφημους αργυρούς στατήρες και δραχμές ή τετρώβολα με παράσταση γρύπα και δελφινιού (όπως οι τύποι CN 20390 και CN 23066) [R2, R3, S4, S6], υπό τη ρωμαϊκή εξουσία η πόλη παρήγαγε χάλκινα νομίσματα [R4, S1]. Υπό τον αυτοκράτορα Βεσπασιανό (69–79 μ.Χ.), τα Άβδηρα εξέδωσαν χάλκινο νόμισμα (τύπος CN 22477) που φέρει στον εμπροσθότυπο τη δαφνοστεφή κεφαλή του Βεσπασιανού προς τα δεξιά και στον οπισθότυπο τη δαφνοστεφή κεφαλή του γιου του, Δομιτιανού [R4, S2].
Αντίστοιχα, στην περιοχή της Τρωάδας και της Μυσίας, οι πόλεις Άβυδος και Αδραμύττιον εξέδιδαν πλούσιες σειρές χάλκινων νομισμάτων [S1, S3]. Στην Άβυδο, όπου στους αρχαϊκούς χρόνους κοβόταν το αργυρό 1/6 σίγλου με γοργόνειο (τύπος CN 2524) (see: Abydos, 1/6 siglos (CN type 2524)), υπό τον Αντωνίνο τον Ευσεβή (138–161 μ.Χ.) κόπηκε χάλκινο νόμισμα με τη γυμνή κεφαλή του αυτοκράτορα και δύο κεφαλές ταύρων αντικριστά (τύπος CN 3362) (see: Abydos, Antoninus Pius, bronze (CN type 3362)). Αργότερα, επί Ιουλίας Μαίσας (218–222 μ.Χ.), η Άβυδος παρήγαγε χάλκινο τύπο με τον Ασκληπιό να κρατά τη χαρακτηριστική ράβδο με το φίδι (τύπος CN 18979) (see: Abydos, Iulia Maesa, bronze (CN type 18979)), ενώ το γειτονικό Αδραμύττιον της Μυσίας εξέδωσε χάλκινο νόμισμα της ίδιας αυτοκράτειρας με τον θεό Διόνυσο να κρατά κάνθαρο και θύρσο (τύπος CN 2910) (see: Adramyttion, Iulia Maesa, bronze (CN type 2910)).
- Διατήρηση της ελληνικής γλώσσας στις επιγραφές των πόλεων της Ανατολής ακόμη και υπό ρωμαϊκή διοίκηση [10].
- Απεικόνιση του εκάστοτε Ρωμαίου αυτοκράτορα ή μελών της αυτοκρατορικής οικογένειας στον εμπροσθότυπο [R4, R6, R8, R9].
- Προβολή τοπικών θεοτήτων, μυθολογικών παραδόσεων και πολιούχων συμβόλων στον οπισθότυπο (π.χ. Ασκληπιός στην Άβυδο, Διόνυσος στο Αδραμύττιον) [R8, R9].
- Περιορισμός της τοπικής κοπής σχεδόν αποκλειστικά σε χάλκινα κράματα, καθώς η παραγωγή χρυσού και αργύρου ελεγχόταν κεντρικά από τη Ρώμη [10].
Πώς κατηγοριοποιούνται τα χάλκινα νομίσματα της Ύστερης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας;
Κατά τους πρώτους δύο αιώνες μ.Χ., η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία έφτασε στο απόγειό της, καλύπτοντας έκταση 6,5 εκατομμυρίων τετραγωνικών χιλιομέτρων με πληθυσμό 50 έως 90 εκατομμυρίων κατοίκων [8]. Ωστόσο, οι μεταγενέστερες πολιτικές αναταραχές και οι μεταρρυθμίσεις οδήγησαν σε ριζική αλλαγή του νομισματικού συστήματος. Το 330 μ.Χ., ο Κωνσταντίνος Α΄ μετέφερε την πρωτεύουσα στη Νέα Ρώμη (Κωνσταντινούπολη) [8]. Την περίοδο αυτή, τα παλαιότερα ρωμαϊκά χάλκινα νομίσματα (όπως ο σηστέρτιος, ο ασσάριος και ο δουπόνδιος) είχαν αντικατασταθεί από νέες σειρές χαλκού.
Επειδή οι αρχαίες ονομασίες πολλών χάλκινων υποδιαιρέσεων του 4ου αιώνα μ.Χ. παραμένουν αβέβαιες στα ιστορικά κείμενα (απαιτείται περαιτέρω έρευνα για ορισμένες ονομασίες), οι σύγχρονοι νομισματολόγοι έχουν θεσπίσει ένα σύστημα ταξινόμησης βάσει της διαμέτρου του νομίσματος. Το σύστημα αυτό χρησιμοποιεί το σύμβολο «AE» (από το λατινικό aes, που σημαίνει χαλκός ή μπρούντζος) συνοδευόμενο από έναν αριθμό από το 1 έως το 4.
Χαρακτηριστικό τεκμήριο αυτής της περιόδου είναι το χάλκινο νόμισμα τύπου AE2 του αυτοκράτορα Κώνστα Α΄ (Constans I), ο οποίος βασίλευσε μεταξύ 337 και 350 μ.Χ. (see: (kleine) AE2 uit het Romeinse Keizerrijk van Constans I, 337-350). Το νόμισμα αυτό, που καταγράφεται στη συλλογή του Rijksmuseum (αντικείμενο KOG-MP-1-0119B), αποτελεί τυπικό δείγμα ρωμαϊκού αυτοκρατορικού χαλκού του 4ου αιώνα (see: (kleine) AE2 uit het Romeinse Keizerrijk van Constans I, 337-350), πριν από τη σταδιακή παρακμή του δυτικού τμήματος της αυτοκρατορίας κατά τον 5ο αιώνα μ.Χ. [8].
Η κλίμακα AE για τα ύστερα ρωμαϊκά χάλκινα
Στη νομισματική ορολογία, τα γράμματα AE δηλώνουν το χάλκινο μέταλλο: AE1 για νομίσματα διαμέτρου άνω των 25 χιλιοστών, AE2 για νομίσματα 21–25 χιλιοστών (see: (kleine) AE2 uit het Romeinse Keizerrijk van Constans I, 337-350), AE3 για νομίσματα 17–21 χιλιοστών, και AE4 για μικροσκοπικά κέρματα κάτω των 17 χιλιοστών. Οι ακριβείς αρχαίες ονομασίες τους (π.χ. maiorina ή centenionalis) εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο επιστημονικής συζήτησης.
Πώς διαβάζονται οι παραστάσεις και οι επιγραφές στα αρχαία χάλκινα νομίσματα;
Η σωστή μελέτη ενός αρχαίου χάλκινου νομίσματος προϋποθέτει τη συστηματική καταγραφή τόσο του εμπροσθότυπου (obverse) όσο και του οπισθότυπου (reverse). Στα ελληνικά αυτόνομα χάλκινα, ο εμπροσθότυπος φιλοξενεί συνήθως τη μορφή μιας πολιούχου θεότητας, ενώ ο οπισθότυπος φέρει το σύμβολο της πόλης και το λεγόμενο «εθνικόν» — δηλαδή το όνομα των κατοίκων της πόλης στη γενική πτώση του πληθυντικού (για παράδειγμα, ΑΒΔΗΡΙΤΕΩΝ για τα Άβδηρα ή ΑΒΥΔΗΝΩΝ για την Άβυδο) [S1, S4].
Στα ρωμαϊκά επαρχιακά χάλκινα, η διάταξη μεταβάλλεται. Ο εμπροσθότυπος απεικονίζει κατά κανόνα το πορτρέτο του αυτοκράτορα ή μέλους της δυναστείας, συνοδευόμενο από τίτλους στα ελληνικά (όπως ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ, ΚΑΙΣΑΡ, ΣΕΒΑΣΤΟΣ) [S2, S3]. Για παράδειγμα, στα νομίσματα της Ιουλίας Μαίσας από την Άβυδο και το Αδραμύττιον, απεικονίζεται η προτομή της αυτοκράτειρας με ένδυμα (draped bust) [R8, R9], ενώ σε νόμισμα των Αβδήρων απεικονίζεται ο Βεσπασιανός στον εμπροσθότυπο και ο Δομιτιανός στον οπισθότυπο (see: Abdera, Vespasian, bronze (CN type 22477)).
Ο οπισθότυπος των επαρχιακών χαλκών είναι ιδιαίτερα πλούσιος σε πληροφορίες, καθώς αποκαλύπτει τη θρησκευτική και κοινωνική ζωή της εκάστοτε κοινότητας. Στην Άβυδο συναντούμε τον Ασκληπιό με τη ράβδο (see: Abydos, Iulia Maesa, bronze (CN type 18979)) ή τις κεφαλές ταύρων (see: Abydos, Antoninus Pius, bronze (CN type 3362)), ενώ στο Αδραμύττιον τον Διόνυσο με τον κάνθαρο και τον θύρσο (see: Adramyttion, Iulia Maesa, bronze (CN type 2910)). Η καταγραφή αυτών των συμβόλων επιτρέπει στους μελετητές να εντάξουν κάθε κοπή σε συγκεκριμένο τύπο των διεθνών καταλόγων [1].
| Πόλη / Περιοχή | Χρονολόγηση | Ηγεμόνας / Πρόσωπο | Εμπροσθότυπος | Οπισθότυπος | Αριθμός Τύπου |
|---|---|---|---|---|---|
| Άβδηρα (Θράκη) | 69–79 μ.Χ. | Βεσπασιανός | Δαφνοστεφής κεφαλή Βεσπασιανού δεξιά | Δαφνοστεφής κεφαλή Δομιτιανού δεξιά | CN type 22477 (see: Abdera, Vespasian, bronze (CN type 22477)) |
| Άβυδος (Τρωάς) | 138–161 μ.Χ. | Αντωνίνος Πίος | Γυμνή κεφαλή Αντωνίνου Πίου δεξιά | Δύο κεφαλές ταύρων αντικριστά | CN type 3362 (see: Abydos, Antoninus Pius, bronze (CN type 3362)) |
| Άβυδος (Τρωάς) | 218–222 μ.Χ. | Ιουλία Μαίσα | Προτομή Ιουλίας Μαίσας με ένδυμα δεξιά | Ασκληπιός ιστάμενος με ράβδο και φίδι | CN type 18979 (see: Abydos, Iulia Maesa, bronze (CN type 18979)) |
| Αδραμύττιον (Μυσία) | 218–222 μ.Χ. | Ιουλία Μαίσα | Προτομή Ιουλίας Μαίσας με ένδυμα δεξιά | Διόνυσος ιστάμενος με κάνθαρο και θύρσο | CN type 2910 (see: Adramyttion, Iulia Maesa, bronze (CN type 2910)) |
| Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία | 337–350 μ.Χ. | Κώνστας Α΄ (Constans I) | Πορτρέτο αυτοκράτορα (AE2) | Ρωμαϊκός αυτοκρατορικός τύπος | KOG-MP-1-0119B (see: (kleine) AE2 uit het Romeinse Keizerrijk van Constans I, 337-350) |
Πώς συντηρούνται τα αρχαία χάλκινα νομίσματα και τι είναι η πατίνα;
Η συντήρηση των αρχαίων χάλκινων νομισμάτων διαφέρει θεμελιωδώς από εκείνη των αργυρών ή χρυσών. Κατά τους αιώνες παραμονής τους στο έδαφος, ο χαλκός και τα κράματά του αντιδρούν με τα χημικά συστατικά του χώματος, δημιουργώντας ένα εξωτερικό οξειδωτικό στρώμα, γνωστό ως πατίνα. Η φυσική πατίνα μπορεί να έχει διάφορα χρώματα — από σκούρο πράσινο (μαλαχίτης) και καφέ έως κοκκινωπό (κουπρίτης) ή βαθύ μαύρο. Η πατίνα αυτή δεν είναι βρωμιά, αλλά αναπόσπαστο τμήμα του νομίσματος που προστατεύει τον εσωτερικό μεταλλικό πυρήνα και πιστοποιεί την αυθεντικότητά του.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τα χάλκινα νομίσματα είναι η ενεργή διάβρωση των χλωριούχων αλάτων του χαλκού, ευρέως γνωστή ως «καρκίνος του χαλκού» (bronze disease). Πρόκειται για μια αυτοκαταλυτική χημική αντίδραση που ενεργοποιείται παρουσία υγρασίας και οξυγόνου, μετατρέποντας τον μεταλλικό χαλκό σε έντονη, ανοιχτοπράσινη σκόνη (χλωριούχο χαλκό). Εάν δεν αντιμετωπιστεί άμεσα με σταθεροποίηση και απομόνωση σε ξηρό περιβάλλον, η διάβρωση αυτή μπορεί να καταστρέψει ολόκληρο το ανάγλυφο του νομίσματος.
Για τη μακροχρόνια προστασία των χάλκινων αντικειμένων, οι συλλέκτες και τα μουσεία τηρούν αυστηρούς κανόνες φύλαξης. Απαιτούνται θήκες κατασκευασμένες από χημικά αδρανή υλικά (χωρίς PVC ή όξινες ουσίες), διατήρηση της σχετικής υγρασίας σε χαμηλά επίπεδα (κάτω από 40–45%) με χρήση αφυγραντικών μέσων (όπως silica gel), και αποφυγή άμεσης επαφής με γυμνά χέρια, καθώς τα φυσικά έλαια και ο ιδρώτας του δέρματος περιέχουν χλωριούχα άλατα που επιταχύνουν τη διάβρωση.
Ποτέ μη χρησιμοποιείτε όξινα ή χημικά καθαριστικά
Ο μηχανικός ή χημικός καθαρισμός με οξέα, ξύδι, αμμωνία ή σκληρά διαλύματα καταστρέφει ανεπανόρθωτα την πατίνα του χαλκού, αφήνοντας την επιφάνεια απογυμνωμένη, πορώδη και εκτεθειμένη σε ταχύτατη οξείδωση. Ένα αρχαίο χάλκινο νόμισμα που έχει απογυμνωθεί από την πατίνα του χάνει την ιστορική και επιστημονική του ακεραιότητα.
Πώς γίνεται η συστηματική ταυτοποίηση και η υπεύθυνη μελέτη;
Η επιστημονική ταυτοποίηση ενός αρχαίου χάλκινου νομίσματος ξεκινά από τη μέτρηση των φυσικών του χαρακτηριστικών: της διαμέτρου σε χιλιοστά, του βάρους σε γραμμάρια και του προσανατολισμού των μητρών (die axis). Στη συνέχεια, ο ερευνητής εξετάζει τις επιγραφές, τα μονογράμματα και τις μορφές του εμπροσθότυπου και του οπισθότυπου, αναζητώντας παράλληλους τύπους στις εξειδικευμένες νομισματικές βάσεις και έντυπες σειρές.
Για τα νομίσματα της Θράκης και της Μικράς Ασίας, βασικό σημείο αναφοράς αποτελεί το έργο Corpus Nummorum (CN) [1], καθώς και η θεμελιώδης σειρά Roman Provincial Coinage (RPC) [S2, S3]. Παράλληλα, εξειδικευμένες μονογραφίες, όπως αυτές της Chryssanthaki-Nagle [4] και του May [6] για τα Άβδηρα, ή κατάλογοι συλλογών όπως το Sylloge Nummorum Graecorum (SNG) [5], επιτρέπουν την ακριβή απόδοση ενός νομίσματος σε συγκεκριμένο εργαστήριο και χρονική περίοδο.
Όσον αφορά την εκτίμηση της αξίας, το Orbis Collectibles δεν παρέχει χρηματικές αποτιμήσεις. Οι ερευνητές και συλλέκτες οφείλουν να συμβουλεύονται αρχεία ιστορικών δημοπρασιών, να συνυπολογίζουν την κατάσταση διατήρησης, την ποιότητα της πατίνας, τη σαφήνεια των επιγραφών και, κυρίως, την τεκμηριωμένη προέλευση (provenance) του αντικειμένου, τηρώντας πάντοτε την ισχύουσα νομοθεσία περί προστασίας αρχαιοτήτων.
- Βήμα 1: Ακριβής μέτρηση βάρους (σε εκατοστά του γραμμαρίου) και διαμέτρου.
- Βήμα 2: Αποκρυπτογράφηση των γραμμάτων του εθνικού ή του αυτοκρατορικού τίτλου [S1, S2].
- Βήμα 3: Αναγνώριση εικονογραφικών συμβόλων (π.χ. Ασκληπιός (see: Abydos, Iulia Maesa, bronze (CN type 18979)), Διόνυσος (see: Adramyttion, Iulia Maesa, bronze (CN type 2910)), ταύροι (see: Abydos, Antoninus Pius, bronze (CN type 3362))).
- Βήμα 4: Αναζήτηση σε ψηφιακές βάσεις δεδομένων όπως το Corpus Nummorum [1] και το RPC Online [3].
- Βήμα 5: Καταγραφή και διαρκής τεκμηρίωση της νόμιμης προέλευσης του νομίσματος.
Αξιοποίηση των ψηφιακών αρχείων
Κατά την ταυτοποίηση επαρχιακών χαλκών, αναζητήστε όχι μόνο το όνομα του αυτοκράτορα αλλά και τα ονόματα των τοπικών αξιωματούχων (στρατηγών, αρχόντων) που συχνά αναγράφονται στον οπισθότυπο. Οι ψηφιακές πηγές όπως το Corpus Nummorum επιτρέπουν σύνθετη αναζήτηση με βάση τμήματα σωζόμενων γραμμάτων [1].
Καταχωρίσεις Καταλόγου

(kleine) AE2 uit het Romeinse Keizerrijk van Constans I, 337-350
337 - 350
Photo: Rijksmuseum, Amsterdam

Abdera, Drachm (tetrobol) (CN type 23066)
Photo: Photograph: Vladimir F. Stolba; Corpus Nummorum (Berlin-Brandenburg Academy of Sciences and Humanities)

Abdera, stater (CN type 20390)
ca. 395-360 v. Chr.
Photo: Photograph: Lutz-Jürgen Lübke (Lübke & Wiedemann); Corpus Nummorum (Berlin-Brandenburg Academy of Sciences and Humanities)

Abdera, Vespasian, bronze (CN type 22477)
69-79 n. Chr.
Photo: Photograph: Bernisches Historisches Museum; Corpus Nummorum (Berlin-Brandenburg Academy of Sciences and Humanities)

Abydos, 1/6 siglos (CN type 2524)
ca. 480-450 v. Chr.
Photo: Photograph: Bernhard Weisser; Corpus Nummorum (Berlin-Brandenburg Academy of Sciences and Humanities); specimen held by ikmk.smb.museum

Abydos, Antoninus Pius, bronze (CN type 3362)
138-161 n. Chr.
Photo: Photograph: BBAW; Corpus Nummorum (Berlin-Brandenburg Academy of Sciences and Humanities)

5 tostaes of 500 reis uit Portugal van koning Pedro V, 1858
1858
Photo: Rijksmuseum, Amsterdam

Abydos, Iulia Maesa, bronze (CN type 18979)
218–222 n. Chr.
Photo: Photograph: Corpus Nummorum; Corpus Nummorum (Berlin-Brandenburg Academy of Sciences and Humanities)

Adramyttion, Iulia Maesa, bronze (CN type 2910)
218-222 n. Chr.
Photo: Münzkabinett, Staatliche Museen zu Berlin, via Corpus Nummorum

Affiche voor twee galavoorstellingen tijdens de Belgische Feesten, ter ere van het 100-jarig bestaan van België, 1930
1930
Photo: Rijksmuseum, Amsterdam
Συχνές Ερωτήσεις
Πηγές & Βιβλιογραφία
- [1] Corpus Nummorum — online coin type catalogue — Berlin-Brandenburg Academy of Sciences and Humanities (TELOTA) · Tier 1
- [2] Burnett et al., RPC II: Roman Provincial Coinage. Vol. II: From Vespasian to Domitian (AD 69-96)., London [u.a.] 1999 · Tier 1
- [3] Calomino, RPC VI: Roman Provincial Coinage. Vol. VI: From Elagabalus to Maximinus Thrax (AD 218–238). online · Tier 1
- [4] Chryssanthaki-Nagle, L'histoire monétaire d'Abdère en Thrace: (VIe s. avant J.-C. - IIe s. après J.-C.), Athen 2007 · Tier 1
- [5] Kapossy and Righetti, Sylloge nummorum Graecorum. Schweiz. 2: Münzen der Antike: Katalog der Sammlung Jean-Pierre Righetti im Bernischen Historischen Museum, Bern 1993 · Tier 1
- [6] May, The Coinage of Abdera: (540-345 B. C.), London 1966 · Tier 1
- [7] Αρχαία Ελληνικά νομίσματα (Wikipedia) — Wikipedia
- [8] Αρχαία Ρώμη (Wikipedia) — Wikipedia
- [9] Χαλκούς (Wikipedia) — Wikipedia
- [10] Ancient Greek coinage (Wikipedia) — Wikipedia
- [11] Coinage of India (Wikipedia) — Wikipedia
Δείτε επίσης: identification guides · how we rank sources · methodology